Κάπως παράξενες & ιδιαίτερες μου φαίνονται κάθε χρόνο οι
"τελευταιες" του μέρες. Όσο λιγότερες μένουν κρεμασμένες στο ημερολόγιό μου, τόσο δυσκολότερα αποκόπτονται από αυτό. Κάθε βράδυ λοιπόν κοντά στα μεσάνυχτα, μόλις πλησιάσω το χέρι μου στο ημερολόγιο για να βγάλω απο εκεί τη μέρα που πέρασε πλέον, λες και δεν θέλει να ξεκολλήσει από τη θέση της. Σαν να αντιστέκεται ένα πράγμα, τέτοια εντύπωση. Κι όταν ο φωτισμός είναι ήδη αμυδρός φαντάζει τόσο έντονα σαν κάτι να θέλει να μου πει. Κάτι σαν: "γιατί δεν με κρατάς λίγο ακόμη, τουλάχιστον μέχρι το πρωί. Όλη τη χρονιά σου υποδεικνύουμε με ακρίβεια τις ημερομηνίες. Άφησέ με να μείνουμε ακόμη λίγο μαζί. Μήπως δεν το γνωρίζουμε ότι έχεις ήδη αγοράσει το καινούργιο σου ημερολόγιο; Κρύο και σκοτάδι έξω, περίμενε να ξημερώσει πρώτα και η άλλη μέρα." Κοντοστέκομαι λίγο διασταυρώνοντας το βλέμμα μας και νιώθω τη φωτιά στο τζάκι, σαν να μου λέει "δεν θέλω να σβήσω ακόμη, κοιμήσου εσύ κι άσε με να καίω μέχρι το πρωί". Νάτα μας λέω, έχουν συννενοηθεί μεταξύ τους. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Ας είναι σκέφτομαι, όλα έχουν ψυχή φαίνεται αυτές τις μέρες που είναι λίγο διαφορετικές. Όλα γίνονται εξωπραγματικά, σαν κάποιο πνεύμα να έρχεται και να τα ζωντανεύει. Άφησα τα πράγματα όπως είναι κι έριξα λίγα ξύλα ακομη στη φωτιά και ποτό στο ποτήρι μου πριν αρχίσει κι εκείνο να διαμαρτύρεται ότι το ξέχασα, ξαναπιάνοντας και το βιβλίο μου από τη σελίδα που το άφησα...
Labels: χειμωνιατικες ιστοριες